9/3/15

Ἡ Τελικὴ Εὐθεῖα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία Συγχρόνου Ὁμολογητοῦ Ἁγίου

Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις
«Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιπα. . . Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ».
(Ὁσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99,  1321)




Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας
16.2/1.3.2015
Συνοδικὴ Ἐκδήλωσις Ἐκκλησίας
Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος
«Ὀργανισμὸς Λιμένος Πειραιῶς»

Κύρια Εἰσήγησις:

Τελικὴ Εὐθεῖα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία Συγχρόνου Ὁμολογητοῦ γίου

Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος
Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου

Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Σεβαστοὶ Πατέρες καὶ Μητέρες,
γαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές·

1. Γένεσις καὶ ἐξάπλωσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Μ
 
Ε ἀνάθεσι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐπικαλούμενος τὴν προσευ- χή, προσοχὴ καὶ ὑπομονὴ τῆς γάπης Σας, θὰ ἀναπτύξω σὺν Θεῷ ἕνα πολὺ σημαντικὸ θέμα, στὴν μεγάλη μας αὐτὴ Συνοδικὴ Ἐκδήλωσι, κατὰ τὴν λαμπρὰ ἡμέρα τῆς Νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας
μας κατὰ τῶν Αἱρέσεων.
Εἶναι γνωστὴ προσπάθεια πρὶν ἀπὸ ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα
συμπήξεως μιᾶς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν», κατὰ τὸ πρότυπο
τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν», μιᾶς Διαχριστιανικῆς Ὁμοσπονδίας
μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν, παρὰ τὶς δογματικὲς διαφο-


ρές τους, προκειμένου νὰ συνεργάζωνται σὲ κοινὴ διακονία μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴν ἕνωσί τους. Ἔτσι γεννήθηκε ὁ Οἰκουμενισμός.
Τὸ ὅραμα ἦταν Προτεσταντικό, ἀλλὰ ὅπως γνωρίζουμε ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως,  μὲ πρωτοφανῆ τρόπο, προέ- βη μὲ τὸ Πατριαρχικὸ Διάγγελμα τοῦ 1920 στὴν πρότασι γιὰ τὴν ἵδρυσι «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν», πρὸς ὠφέλειαν δῆθεν
«τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος»1, δηλαδὴ ὀρθοδόξων καὶ ἑτε- ροδόξων. Τ θεμέλιο αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας δὲν βασιζόταν ἐπὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς κακοδοξίας: οἱ ἑτερόδοξοι θεωρή- θηκαν ἀπροϋπόθετα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τοῦ δῆθεν βαπτίσματός τους στὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, σὲ κλῖμα δὲ ἑνὸς δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, παρὰ τὶς γεφύρωτες διαφορές τους, θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχη διαχριστιανικὴ συνερ- γασία, κοινὴ δῆθεν μαρτυρία Πίστεως καὶ διακονία τοῦ κόσμου, ὅπως καὶ κοινὸς ἀγώνας γιὰ ἐξάλειψι τῶν κοινωνικῶν πληγῶν.
Οἱ λοιπὲς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀποδέχθηκαν μεμο-
νωμένα τὸ Διάγγελμα τοῦ 1920, τὸ ὁποῖο ἐγκρίθηκε ἐπίσημα στὴν
«Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψι» τῆς Ρόδου τὸ 19612.
Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ κηρύχθηκε καὶ ἐγκαθιδρύθηκε Οἰκου-
μενισμὸς ἐντὸς τῶν ἐπισήμων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν
καὶ τὶς διέβρωσε ἐκ τῶν ἔσω.
***
Βάσει τοῦ Διαγγέλματος τοῦ 1920, ἀποτολμήθηκε Ἡμερολο-
γιακὴ Μεταρρύθμισις τὸ 1924, ὥστε μέσῳ τοῦ συνεορτασμοῦ
μὲ τοὺς ἑτεροδόξους νὰ ἐπιτευχθῆ «ἡ προσέγγισις τῶν δύο χρι-
στιανικῶν κόσμων τῆς νατολῆς καὶ τῆς Δύσεως»3.
Τ ἀποτέλεσμα ἦταν τραγικό: διάσπασις τῆς ἑορτολογικῆς
ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων χάριν ἐπιτεύξεως «συναφείας» μὲ
τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἑτεροδόξους!
Ὅσοι δὲ ἀπέρριψαν τὴν Καινοτομία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, οἱ
προπάτορές μας, ἔπραξαν τοῦτο ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα
τῆς Ἀληθείας, γιὰ νὰ φυλάξουν τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν μολυσμὸ
τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Διότι, εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν Πατερική μας Παράδοσι, ὅτι «ἡ
ἐν ὀλίγῳ τῆς ἀληθείας παρατροπή, τῇ ἀσεβείᾳ τὴν πάροδον
δέδωκεν»4, ὅπως τονίζει γιος Γρηγόριος Νύσσης (δηλαδή,
μικρὴ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἔχει δώσει εἴσοδο/ δίοδο στὴν
ἀσέβεια).
δὲ Μέγας Φώτιος βεβαιώνει: «οἶδε δὲ καὶ μικρὰ τῶν πα-
ραδοθέντων ἀθέτησις καὶ πρὸς ὅλην τοῦ δόγματος ἐπιτρέψαι


καταφρόνησιν»5.
Καὶ ὅπως πράγματι θὰ διαπιστώσουμε, μέσῳ τοῦ Οἰκουμε-
νισμοῦ καταφρονήθηκε καὶ καταφρονεῖται οἰκτρὰ τὸ δόγμα
περὶ Ἐκκλησίας, δὲ φαινομενικὰ μικρὰ ἀθέτησις (ἡμερολο-
γιακὸ θέμα) ἄνοιξε τὴν εἴσοδο στὴν προφανῆ καὶ πρωτοφανῆ
ἀσέβεια, τέτοια ποὺ δὲν ξαναεμφανίσθηκε στὴν δισχιλιετῆ ἱστο-
ρία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ!
***
Τ 1948 ἱδρύθηκε στὸ Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας τὸ λεγόμενο
«Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», αὐτὴ δηλαδὴ «Κοινω-
νία Ἐκκλησιῶν» ποὺ ὁραματίσθηκε καὶ τὸ Διάγγελμα τοῦ 1920.
Δεκάδες ἤ καὶ ἑκατοντάδες Προτεσταντικῶν αἱρέσεων ἀποτέλε-
σαν μαζὶ ἀρχικῶς μὲ τὶς ἐπίσημες τοπικὲς Ἐκκλησίες Κωνστα-
ντινουπόλεως, Ἑλλάδος καὶ Κύπρου ἕνα εἶδος μιᾶς τερατογενοῦς
«Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας». Ὡς ἑνωτικὸς καὶ συνεκτικὸς πα-
ράγων δὲν ἐτέθη βεβαίως ὀρθὴ Πίστις, διότι θεωρήθηκε καὶ
θεωρεῖται ὡς δεδομένη ὕπαρξις, παρὰ τὶς δογματικὲς διαφο-
ρές, μιᾶς δῆθεν «ἀοράτου ἑνότητος» τῶν «Ἐκκλησιῶν», ὁποία
μέσῳ «πνευματικῶν σχέσεων», «κοινῆς προσευχῆς καὶ πο-
ρείας» καὶ «κοινῆς μαρτυρίας καὶ διακονίας» ἀναπτύσσεται
δῆθεν καὶ «ὁρατά», διὰ  τῆς «παραδεκτῆς ποικιλίας»6.
Μέχρι τὸ 1965 προσεχώρησαν σὲ αὐτὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Ὀργανι-
σμό, ὁποῖος ἑδρεύει στὴν Γενεύη, ὅλες ἀνεξαιρέτως οἱ τοπικὲς
Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καὶ μάλιστα ὡς «ὀργανικὰ» μέλη7, σὲ
συνεργασία,  συμπροσευχὴ  καὶ ἀπὸ κοινοῦ διακήρυξι -μὲ τὴν
πανσπερμία τῶν αἱρέσεων- τῶν θέσεων δῆθεν τῆς Ἐκκλησίας
τῶν Ἐκκλησιῶν!...
Ἀλλὰ ἀπὸ τότε τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἀπο-
μακρύνεται ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν Εὐαγγελικὴ Ἀλήθεια
καὶ Ἠθική, ἐκκοσμικεύεται, διευρύνεται διαθρησκειακῶς, ἀπο-
χριστιανίζεται. Καὶ παρὰ τὶς ποικίλες ἐγκοσμιοκρατικὲς δραστη-
ριότητές του, προωθεῖ δῆθεν καὶ τὴν «Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας»
μὲ σκεπτικὸ καθαρὰ Προτεσταντικό, σὲ πλήρη ἀντίθεσι πρὸς τὶς
ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ὅπως μάλιστα διαφάνηκε
σαφέστατα στὰ σχετικὰ κείμενα-ψηφίσματα τῶν δύο τελευταίων
Γενικῶν Συνελεύσεών του στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας τὸ
2006 καὶ στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας τὸ 2013.
***
Ὅμως, τί ἀπέγινε μὲ τὴν Ρώμη;
Παπισμὸς ἦταν ἀρχικὰ ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς Οἰκουμενικῆς


Κινήσεως, ἕως τὴν Δευτέρα Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965). Τότε συνέβη μία θεαματικὴ ἀλλαγή: μέσῳ τοῦ «Διατάγματος περὶ Οἰκουμενισμοῦ» τῆς συνόδου ἐκείνης, τὸ ὁποῖο Διάταγμα θεμελιώνεται στὸν μῦθο περὶ Παπικοῦ Πρωτείου καὶ Ἀλαθή- του, Παπισμός, παρουσιαζόμενος ὡς μία καὶ μόνη Ἐκκλησία, ἐγκαινιάζει τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις, μὲ διάλογο, συμπροσ- ευχή, ἀλλὰ καὶ μερικὴ μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τὶς ἑτερόδοξες Κοινότητες.
Γιὰ νὰ βοηθήση δὲ τοὺς «διϊσταμένους ἀδελφοὺς» νὰ ἑνωθοῦν ὑπὸ τὴν σκέπη του, καὶ οὐσιαστικὰ νὰ δεχθοῦν μία ἀποδεκτὴ μορφὴ τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα (διότι ὅλη οὐσία ΕΚΕΙ ἔγκειται), ἐπινόησε  τὸν «Ρωμαϊκὸ»   «Ρωμαιοκεντρικὸ»   «Παποκεν­ τρικὸ» Οἰκουμενισμό, βασιζόμενο στὴν λατινικὴ ἐκκλησιολο- γία8.
Ἡ Δευτέρα Βατικανὴ ἐπιβεβαίωσε, ὅτι «Καθολικοὶ» καὶ «μὴ Καθολικοὶ» εἶναι ἑνωμένοι διὰ τοῦ «κοινοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς κοινῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του» καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἤδη «πραγματική, καίτοι ἀτελής, κοι- νωνία» «μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν», δύνανται αὐτὲς νὰ συνερ- γάζωνται καὶ νὰ παρέχουν «κοινὴ μαρτυρία» στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἐκφράζεται ζωηρὰ ὁ ἑνωτικὸς σύνδεσμός τους9.
 Παπισμὸς  πλέον  δέχεται,  ὅτι  ὑφίσταται  μία  «Κοινω-
νία Ἐκκλησιῶν», ὅπου ἀνήκουν κατὰ κάποιον τρόπο ὅλες οἱ
«Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες», οἱ δὲ σχέσεις μεταξύ τους προσδι-
ορίζονται ὡς σχέσεις «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν». Καὶ ἐνῶ δῆθεν
δὲν δέχεται (ὁ Παπισμὸς) τὴν ἰδέα προσαρτήσεως τῶν ἄλλων
«Ἐκκλησιῶν», κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν Οὐνιτικῶν τοιούτων, ὅμως
πρότασίς του γιὰ ἐπίτευξι «ὁρατῆς ἑνότητος» δὲν εἶναι ἄλλη,
ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν τοῦ Πρωτείου καὶ
Ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο τὸ θεωρεῖ «πεποίθηση πί-
στεως», θεσμὸ θείου δικαίου, δόγμα ἐξ ἀποκαλύψεως, ἀπὸ τὸ
ὁποῖο δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀποστασιοποιηθ10!...
Κι ὅμως, αὐτὸ ποὺ ἀκριβῶς «ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρε-
σιν, τὴν διαστρέφουσαν τὸ περὶ Ἐκκλησίας δόγμα»11, δὲν φά-
νηκε νὰ τρομάζη τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς. Ἐνῶ οὐσια-
στικὰ οἱ Παπικοὶ σχεδίασαν, μέσῳ τῆς Δευτέρας Βατικανῆς, μία
«νέα οἰκουμενιστικὴ οὐνία»12, γιὰ τὸν ἐξουνιτισμό τους καὶ τὴν
οὐνιτοποίησί τους, οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ ἀνταποκρί-
θηκαν θετικά, πρωτοστατούσης τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ
τρόπο μάλιστα πραξικοπηματικό, διὰ τῶν τριῶν «Πανορθοδό-


ξων Διασκέψεων» τῆς Ρόδου τοῦ 1961, 1963 καὶ 196413.
***
θείᾳ παραχωρήσει Οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Ἀθηναγόρας
συνέδραμε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη χωρὶς ἀναστολὲς στὴν προώθη-
σι τῶν Παπικῶν στόχων.
Τ 1964 συναντήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τὸν Πάπα Παῦλο
τὸν ΣΤ’ καὶ ἀργότερα ὡμολόγησε ἐνώπιον προσκυνητῶν τὰ ἑξῆς
ἀποκαλυπτικά: «Ἐπήγαμε οἱ δυό μας χέρι μὲ χέρι εἰς τὸ δωμά-
τιόν του [τοῦ Πάπα] καὶ εἴχαμεν μίαν μυστικὴν ὁμιλίαν οἱ δυό
μας... Τί εἴπαμεν;... Ἐκάμαμε κοινὸν πρόγραμμα, μὲ ἰσοτιμίαν
ἀπόλυτον, ὄχι μὲ διαφοράν»14.
Ἀκολούθησε πρὶν ἀπὸ 50 χρόνια, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965,
λεγομένη Ἄρσις τῶν ναθεμάτων Ρώμης Κωνσταντινουπό-
λεως, ὁποία σήμανε τὴν ἔναρξι νέας φάσεως καὶ νέας περιό-
δου στὶς μεταξύ τους σχέσεις. Γιὰ τὸ Βατινακὸ τοῦτο ἀποτέλεσε
«πρᾶξιν μυστηριακῆς κοινωνίας»15 καὶ σύμφωνα μὲ τὸ γαλλικὸ
πρωτότυπο τῆς Παπικῆς «Πράξεως» ἐπρόκειτο γιὰ «ἄρσιν τῆς
ἀκοινωνησίας»16 μὲ τοὺς ὀρθοδόξους.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἔκτοτε οἱ Οἰκουμενισταί, παπικῆς καὶ ὀρθοδόξου
ὑποδομῆς, δὲν ἐπιδιώκουν οὐσιαστικὰ τὴν Ἕνωσι: Ἕνωσις
γι’ αὐτοὺς ἤδη ὑφίσταται, εἶναι μεταξύ τους «Ἀδελφὲς Ἐκκλη-
σίες» καὶ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐκφράζουν τὴν ἑνό-
τητά τους αὐτή, ἕως ἐπιτεύξεως καὶ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου διακοι-
νωνίας.
Ὅταν πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔλεγε, ὅτι «ἀνακαλύπτομεν
ἔτι μᾶλλον τὴν βαθεῖαν ταυτότητα τῆς ἡμετέρας (ἀμφοτέ-
ρων) πίστεως»17, ἐννοοῦσε τοῦτο κυριολεκτικῶς. Γι’ αὐτὸ ἔκτοτε
ἀλληλο­μνημονεύονται καὶ πράττουν ὅσα εἶναι σύμφωνα μὲ
αὐτὴ τὴν σαθρή τους πίστι, μὲ πλήρη ἀποδοχὴ τοῦ βαπτίσμα-
τος καὶ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς ἀμφοτέρων.
Αὐτὸ διακηρύχθηκε καὶ ἐπίσημα στὸ Μπαλαμὰντ τοῦ Λιβά-
νου τὸ 1993 καὶ αὐτὸ βιώνεται καὶ τονίζεται σὲ κάθε εὐκαιρία,
ὅπως καὶ πρόσφατα, ποὺ Οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Βαρθο-
λομαῖος σὲ ὁμιλία του στὸ Οἰκουμενιστικὸ Ἵδρυμα Pro Oriente
στὴν Βιέννη τῆς Αὐστρίας ἔκανε λόγο γιὰ «ἀτελῆ ἐκκλησια-
στικὴ κοινωνία» μεταξύ τους, γιὰ ἐπανανακάλυψι καὶ ἀνα-
γνώρισι τοῦ ἑνὸς στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου τοῦ ἀδελφοῦ τῆς
αὐτῆς οἰκογενείας18, γιὰ κοινὴ πίστι καὶ παράδοσι ποὺ δῆθεν
ἔχουν ἀμφότεροι19, γιὰ ὀρθοτόμησι τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας ἐν
εἰλικρινείᾳ ἀπὸ ἀμφοτέρους, ὅπως βεβαίωσε πεπτωκὼς πα-


τριάρχης τὸν Πάπα Φραγκῖσκο στὸ Φανάρι, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἡμι-συλλείτουργου ποὺ ἐτέλεσαν ἐκεῖ τὸν περασμένο Νοέμ- βριο20!...
Ἆρά γε εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσουμε, ὅτι παρὰ ὅλα τὰ ἀνω- τέρω, «αἱ αἱρέσεις τοῦ Βατικανοῦ παραμένουν»15, ὅπως ρητῶς διαβεβαίωσε καὶ ὁ μακαρίτης δογματολόγος π. Ἰωάννης Ρωμα- νίδης, καταγγέλων τὴν προδοτικὴ Βελεμένδιο Ἕνωσι τοῦ 1993;
Πῶς εἶναι Ἀδελφοὶ στὴν Πίστι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς αἱρέ- σεως «ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν»21, σύμφωνα μὲ τὴν Κανονική μας Παράδοσι;
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφωνεῖ, ὅτι «ἀκοινώνητός ἐστι [ἡ αἵρεσις] τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῶν οὐρανῶν ἀλλοτρία»22, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ ἐκλατινισμένοι Καινοτόμοι, ἀλλὰ καὶ οἱ κοινω- νοῦντες αὐτοῖς, ἐξισώνονται/ταυτίζονται  καὶ ἑνώνονται μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Παπικούς, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Προτεστάντες μέσῳ τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», στὸ πνεῦμα τοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, διὰ συνεχῶν κοινῶν προσευχῶν καὶ ἀλληλο-μνημονεύσεων, συλλειτουργούμενοι, συνευλογοῦντες, συγκηρύττοντες, συμπράττοντες, συνδιακονοῦντες κλπ.!...
Καὶ ἔχουν μήπως διάθεσι νὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴν τῆς Ἀληθεί- ας; Ὄχι! Πρόσφατα, κ. Βαρθολομαῖος προέτρεψε ἀπὸ τὸ Οἰκου- μενιστικὸ Ἵδρυμα τῆς Βιέννης μὲ στόμφο τοὺς ἑταίρους του πά- σης φύσεως καὶ ἀποχρώσεως:
«Ἄς κωφεύσωμεν εἰς τὰς παντοίας ἀρνητικὰς καὶ φοντα- μενταλιστικὰς κραυγὰς τῶν ἐχόντων ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνω- σιν»23!
Ἐπειδὴ λοιπὸν καταλογίζει σὲ μᾶς ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, διότι γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὰς  ἡ Ὀρθόδοξη Ὁμολογία σήμερα εἶναι Φονταμενταλισμός(!), φέρουμε αὐτὸν καὶ τοὺς θλιβεροὺς ὁμοίους του ἀντιμετώπους ὄχι μὲ «κραυγές», ἀλλὰ μὲ θεοπει- θεῖς γιοπνευματικὲς «ἱκεσίες καὶ ἐκκλήσεις­παρακλήσεις» ἑνὸς ἐκλεκτοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, ἑνὸς συγχρόνου Ὁμολογητοῦ γίου, τὸν Ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐδόξασε μὲ τρόπο ἀναμφισβήτητο διὰ Ἀφθαρσίας Λειψάνου καὶ Θαυμάτων ἐξαισίων: τὸν γιο Μη- τροπολίτη Φιλάρετο, Πρωθιεράρχη  τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, Ὁποῖος ἐκοιμήθη ἀκριβῶς πρὸ
30ετίας, τὸ 1985, καὶ ἄρχισε τὸν Ὁμολογιακό του γῶνα κατὰ τῆς Οἰκουμενιστικῆς παναιρέσεως ἀκριβῶς πρὸ 50ετίας, τὸ 1965, τότε ποὺ τὰ Οἰκουμενιστικὰ δεσμὰ περιέσφιγγαν ἀσφυκτικὰ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς, ὅπως ἐξηγήσαμε μὲ ὅσα


προεκτέθησαν,  διότι κατέστη  φανερὸν  ὅτι ἀπὸ τοῦ 1965 καὶ ἐντεῦθεν ὁ Οἰκουμενισμὸς εἰσῆλθε ἀπροκάλυπτα στὴν τελι- κή του εὐθεῖα!
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Μόνη καὶ Ἀήττητος Κεφαλὴ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας, δὲν ἄφησε τὴν κληρονομίαν Του ἀφύ- λακτο στὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχή. Τότε ἀκριβῶς ἀνέδειξε «ἐπὶ τὴν λυχνίαν»24, γγελον ἐπίγειον, νθρωπον ἐπουράνιον, δια- λάμποντα ἐν Πίστει ὀρθῇ καὶ Ἀρετῇ διαυγῇ, ὥστε νὰ σηκώση τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη τῆς καταγγελίας τῶν γενομένων, τῆς Θεολογικῆς καὶ Κανονικῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτῶν, καὶ μὲ πόνο, ἀγάπη, νηφαλιότητα, ἐμβρίθεια καὶ πνευματικότητα, νὰ θέση ἅπαντας τοὺς ἐνεχομένους στὸν Οἰκουμενισμὸ πρὸ τῶν φοβερῶν εὐθυνῶν τους ἐπὶ γῆς καὶ ἐν Οὐρανῷ.
Ὅμως, πρὶν ἀπὸ τὴν σύντομη κατ’ ἀνάγκην παρουσίασι τῆς θεοκινήτου Μαρτυρίας καὶ Ὁμολογίας του, ἄς δοῦμε ἐπιγραμ- ματικὰ ποιὸς ἦταν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος25.

2. Ὁ γιος Μητροπολίτης Φιλάρετος

Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ αὐτὸς πιστὸς καὶ φρόνιμος Οἰκονόμος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐπελέγη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας τότε ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς Ρώμης καὶ τῆς Γενεύης καὶ τῆς Κωνσταν­ τινουπόλεως,   ὅπως  καὶ  τῆς
Μόσχας, ἀποθρασύνθηκε καὶ παρέσυρε σὲ οἰκτρὰ πτῶσι τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων  Οἰκουμε- νιστάς, ὥστε νὰ ἀποτελέση (ὁ γιος) τὴν Φωνὴν τῆς Ἀλη- θείας καὶ τῆς Συνειδήσεως τῆς Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὁμολογήση αὐτὴν ἐνώ- πιον τοῦ κόσμου παντός, καὶ μάλιστα ὡς ὕστατη προσπά- θεια  ἀποσοβήσεως  τῆς κα- ταπτώσεως τῶν Λατινοφρό- νων καὶ τῶν ποιμνίων τους.
Ὁ κατὰ κόσμον Γεώργιος Βοζνεσένσκυ γεννήθηκε στὸ Κοὺρσκ τῆς προεπαναστα- τικῆς Ρωσίας τὸ 1903. πατέ-


ρας του ἦταν Κληρικός, Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος, εὐλαβὴς καὶ μορφωμένος. Εἶχε τέσσερα ἀκόμη ἀδέλφια. Μεγάλωσε σὲ κλῖμα εὐσεβείας, μὲ κέντρο τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Τ 1909 μετεκόμισαν οἰκογενειακῶς στὸ Μπλαγκοβετσένσκ, στὴν Ἱεραποστολὴ τῆς Ἄπω νατολῆς, στὰ σύνορα μὲ τὴν Κινε- ζικὴ Μαντζουρία. Ἀργότερα, μεταξὺ τοῦ 1918-1920, ἐν ὄψει τῆς καταλήψεως τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς Σοβιετικούς, ἡ οἰκογένεια τοῦ μελλοντικοῦ γίου μετεκόμισε στὸ Χαρμπὶν τῆς Μαντζουρί- ας. Ἐκεῖ μητέρα του Λυδία ἐκοιμήθη τὸ 1921, ὅταν αὐτὸς ἦταν 18 ἐτῶν. Γεώργιος σπούδασε ἠλεκτρολόγος μηχανολόγος στὸ Πο- λυτεχνεῖο τῆς πόλεως, ἀπὸ ὅπου ἀπεφοίτησε τὸ 1927, καὶ ἐργά- σθηκε γιὰ λίγο ὡς διδάσκαλος.
Ἐν συνεχείᾳ, παρακολούθησε μαθήματα Ποιμαντικῆς Θε- ολογίας μέχρι τὸ 1931 σὲ νεοσύστατο θεολογικὸ τμῆμα ρωσι- κοῦ Ἰνστιτούτου  στὴν ἴδια πόλι. Τ αὐτὸ ἔτος χειροτονήθηκε Ἱερεὺς καὶ ἔλαβε τὴν μοναχικὴ Κουρὰ μὲ τὸ ὄνομα Φιλάρετος. Ἦταν ὄντως φίλος τῆς ἀρετῆς, μὲ ἀσκητικότητα, ἐγκράτεια καὶ εὐσπλαγχνία. Ζοῦσε τὴν Μοναχικὴ ζωὴ μὲ συνέπεια, ποίμαινε τὸ λογικὸ Ποίμνιο μὲ ἀγάπη, λειτουργοῦσε μὲ κατάνυξι, κήρυττε μὲ χαρισματικότητα, κατηχοῦσε ἰδίως τοὺς νέους μὲ ἐπιμέλεια, ἐλε- οῦσε τοὺς ἔχοντας ἀνάγκη, συμπαραστεκόταν τοὺς ἀδυνάτους καὶ γέροντες καὶ γενικὰ ἦταν ἄνθρωπος πίστεως καὶ προσφορᾶς. Ἦταν Κληρικὸς ἀσυμβίβαστος, ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε τὴν ἀπόλυτη γάπη στὸν Θεό, πολεμοῦσε τὴν χλιαρότητα σὲ θέματα Πίστε- ως καὶ Ἀρετῆς καὶ μετέδιδε τὴν χριστιανικὴ Ἐλπίδα ὡς ἀντίδοτο στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν κατάθλιψι.
Δοκιμάσθηκε σκληρά, πρῶτα ἀπὸ τοὺς παγανιστὲς Ἰάπω- νες, οἱ ὁποῖοι κατέλαβαν τὴν Μαντζουρία τὰ ἔτη 1932-1945. Αὐτοὶ θέλησαν νὰ ἀναγκάσουν τοὺς Ρώσους Ὀρθοδόξους νὰ ὑποκλί- νωνται σὲ ἕνα ἄγαλμα μιᾶς θεότητός τους, τὴν ὁποίαν ἔστησαν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο Ναὸ τοῦ γίου Νικολάου, καὶ μόνον κατόπιν τούτου νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. γιος, ὡς Ἀρχιμανδρίτης τότε, ἀντιτάχθηκε σθεναρὰ στὴν συγκρητιστικὴ ἐπιβουλ καὶ ὑπέστη κακώσεις: τὸν βασάνισαν στὸ πρόσωπο, τοῦ ἔβλαψαν σοβαρὰ τὸν ἕνα ὀφθαλμό, τοῦ ἔκαψαν τὴν πλάτη μὲ ἠλεκτροφόρο σίδερο καὶ μόνον μὲ Θαῦμα τοῦ γίου Νικολάου σώθηκε ἀπὸ τὸ Μαρτύριο καὶ βάσταζε ἔκτοτε τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ ἀσκητικὸ σῶμα του.
Ἀπὸ τὸ 1945 καὶ ἑξῆς ὁ γιος δοκιμάσθηκε πλέον ἀπὸ τοὺς ἀθεϊστὲς Σοβιετικούς, οἱ ὁποῖοι ἐξεδίωξαν τοὺς Ἰάπωνες καὶ


κατέλαβαν τὸ Χαρμπίν. Τότε, προσπάθησαν νὰ δελεάσουν τοὺς Ρώσους μετανάστες νὰ λάβουν σοβιετικὰ διαβατήρια καὶ νὰ ἐπι- στρέψουν στὸν δῆθεν σοβιετικὸ «παράδεισο». Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Φιλάρετος καὶ πάλι ἀντιτάχθηκε καὶ δὲν δέχθηκε τὰ ψεύδη τῶν Σοβιετικῶν, οὔτε τὴν μνημόνευσί τους, ἄν καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη χάριν τοῦ Ποιμνίου του φάνηκε νὰ ἀνήκη ἐξ ἀνάγκης -ὡς ἀπο- κλεισμένος- στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, καταγγέλων τοὺς ἀθε- ϊστὲς στὰ κηρύγματά του καὶ διατηρῶν ἀλληλογραφία μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Ἀρκετὲς φορὲς συνελήφθη καὶ γιὰ ἐκφοβισμὸ ὑπέστη ξυλοδαρμούς.
Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1960 ἔγινε ἀπόπειρα νὰ τὸν καύσουν ζων- τανὸ τὴν ὥρα ποὺ κοιμόταν μέσα στὸ οἴκημα ποὺ διέμενε, ἀπέ- ναντι ἀπὸ τὸν Ναό, ἀλλὰ καὶ πάλι σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, μὲ σοβαρὰ ἐγκαύματα, τραύματα καὶ σπάσιμο σπονδύλων. Ἄλλες δύο τουλάχιστον φορὲς ἔγινε ἀπόπειρα δολοφονίας του, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν διεφύλαξε.
Γιὰ τοὺς ὁμολογιακοὺς ἀγῶνες του, ἔλαβε χάριν ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἰσακούωνται οἱ προσευχές του, στὰ διάφορα αἰτήματα τῶν εὐλαβῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσέτρεχαν μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν καλό τους Ποιμένα.
Ἀρχιμανδρίτης Φιλάρετος μόνον τὸ 1962 κατώρθωσε νὰ δια- φύγη μὲ τὸ Ποίμνιό του ἀπὸ τὴν Μαντζουρία τῆς κομμουνιστικῆς Κίνας καὶ μέσῳ τοῦ Χὸνγκ-Κόνγκ κατέληξε στὴν Αὐστραλία, ὅπου ἔγινε δεκτὸς στὸν Κλῆρο τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς.
Τ ἑπόμενο ἔτος, 1963, μὲ αἴτημα τοῦ Ποιμνίου, χειροτονήθηκε
Ἐπίσκοπος Βρισβάνης στὴν Αὐστραλία, σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν.
Τ 1964, γιὰ πρώτη φορὰ συμμετεῖχε σὲ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Δι-
ασπορᾶς στὴν Νέα όρκη τῆς Β. Ἀμερικῆς, τότε ποὺ παραίτησις
τοῦ ὑπέργηρου Πρωθιεράρχου Μητροπολίτου ναστασίου γειρε
διαίρεσι ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας, ὁποία χωρίσθηκε σὲ δύο ἰσοψήφια
μέρη, ποὺ ὑποστήριζαν μὲ ἐπιμονὴ διαφορετικὸ ὑποψήφιο. Τὴν
κρίσιμη ἐκείνη στιγμή, γιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης Μαξίμο-
βιτς πρότεινε σὰν διέξοδο, ἐκ Θεοῦ προφανῶς ἐμφορούμενος, νὰ
ἀναλάβη τὴν θέσι τοῦ Πρωθιεράρχου καὶ Μητροπολίτου νεώτε-
ρος τῶν Ἐπισκόπων Φιλάρετος, ὅπως καὶ ἔγινε, ἄν καὶ ἐκλεγεὶς
αἰσθάνθηκε -ὅπως ἔλεγε- σὰν νὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ ἐκτελεστικὸ
ἀπόσμασμα (!), γιὰ τὸ βαρὺ φορτίο ποὺ τοῦ ἐναπέθεταν παρὰ τὴν
θέλησί του! ἀπερχόμενος γηραιὸς Μητροπολίτης ναστάσιος
τὸν ἐνθρόνισε ὡς τρίτο κατὰ σειρὰν Μητροπολίτη καὶ Πρωθιε-
ράρχη τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς.


Ἔκτοτε, Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀποδύθηκε σὲ ἀγῶνα τι- τάνιο γιὰ τὴν Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν διατήρησι τῆς ἑνότητος καὶ εἰρήνης στὴν Σύνοδό του, μὲ ἐξισορρόπησι δια- φόρων ἀντιτιθεμένων τάσεων, γιὰ τὴν διακοπὴ τῆς μέχρι τότε κοινωνίας τῆς Συνόδου του μὲ τὶς λεγόμενες ἐπίσημες ὀρθόδο- ξες ἐκκλησίες, ὡς καὶ γιὰ παροχὴ καλύψεως ἐμπεριστάτων Ἀδελφῶν, ὅπως καὶ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πατρίου Ἡμερο- λογίου.
Πρωτίστως,  ὑπερασπίσθηκε  τοὺς Κατακομβίτας  Ὁμολο- γητὰς ἐντὸς τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, δηλαδὴ τοὺς Γνησί- ους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ρωσίας, μὴ ἀναγνωρίζων τὸ Σερ- γιανιστικὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸ ὁποῖο τότε ἔγινε πλέον καὶ Οἰκουμενιστικό.
Σημειωτέον, ὅτι γιος Μητροπολίτης Φιλάρετος μετὰ τῆς Συνόδου του ἀναγνώρισε καὶ ἐπισήμως τὶς ἀρχιερατικὲς χειροτονίες ἡμῶν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖες εἶχαν τελεσθῆ ἀπὸ Ἀρχιερεῖς τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς κατὰ τὰ ἔτη 1960 καὶ 1962, ἐρχόμενος σὲ πλήρη εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδό μας τὸ 1969, τὴν ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο τότε προεδρευομένη, διαλύ- ων μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ τὴν ἔντεχνη καὶ κακότροπη ἀπόρ- ριψι ἀμφισβήτησί μας ἀπὸ διαφόρους ἀντιδιατιθεμένους τοῦ Νέου ἤ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου.
γιος Μητροπολίτης συνέχισε τὴν ὑψηλὴ πνευματική του πολιτεία καὶ κατάστασι: διατελοῦσε προσευχόμενος, τελοῦσε τὰ λειτουργικά του καθήκοντα ἀνελλιπῶς καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀπο- φασιστικὸς στὸν πόλεμο κατὰ τῶν ἐφαμάρτων παθῶν: «πάρτε μαχαίρι καὶ κόψτε το!», ἔλεγε γιὰ κάθε πάθος, ὅποιο καὶ ἄν ἦταν αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐμπόδιζε τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ καθ’ ἑνός.
Ἀλλὰ κυρίως, ἐκεῖ ὅπου διακρίθηκε καὶ διέπρεψε καὶ ἔμεινε μέγας καὶ ἀνεπανάληπτος, ἦταν γώνας του κατὰ τῆς παν­ αιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθ’ ὅλη τὴν τελευταία 20ετία τοῦ ἁγιασμένου βίου του μέχρι τῆς τελευτῆς του τὸ 1985.
Ἦταν ὄντως θερμὸς Ζηλωτὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρὶς φανα- τισμοὺς καὶ ἀκρότητες. Ἦταν σταθερὸς καὶ συνεπής, ἄνθρωπος μέτρου καὶ ἰσορροπίας, ἀκατάκριτος, προσηνὴς καὶ κυριαρχη- μένος, μὲ μεγάλη καὶ ἀπροσποίητη ταπείνωσι, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἄνθρωπος Χάριτος καὶ Εὐλογίας.


3. Ἡ Ὀρθόδοξη Μαρτυρία τοῦ γίου
Μητροπολίτου Φιλαρέτου ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

ΑΣ δοῦμε ἐντελῶς ἐπιγραμματικὰ τὰ σπουδαιότερα Ὁμολογι- ακὰ Κείμενά του26, τὰ ὁποῖα παραμένουν ἕως σήμερα ἀσυναγώ- νιστα Μνημεῖα Ὀρθοδόξου Πατερικότητος καὶ Ἀληθείας.
Ἀμέσως μετὰ τὴν γενομένη ρσι τῶν ναθεμάτων, ὁ Μη- τροπολίτης Φιλάρετος ἀπηύθυνε Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Οἰκουμε- νιστὴ πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965 27, ὅπου μὲ πνεῦμα καὶ ἦθος σταθερὸ καὶ πλῆρες ὁμολογιακῆς παρρησίας,
«ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐλευθέρου τμήματος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», τόνισε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις σχετικὰ μὲ τοὺς Δυτικοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖες νὰ μὴ εὑρίσκωνται σὲ συμφωνία μὲ τὴν διδασκαλία τῶν γίων Πατέρων καὶ μάλιστα τῶν γίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ· ἐπί- σης, κατήγγειλε τὴν γενομένη ρσι καὶ ἀπέδειξε τὸ παράνομον καὶ ἄκυρον αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον σήμανε οὐσιαστικὰ τὴν ἐξίσωσι πλάνης καὶ ἀληθείας· ὁ γιος διεκήρυξε εὐθαρσῶς, ὅτι καμμία ἕνωσις δὲν εἶναι δυνατὴ μὲ τοὺς Παπικοὺς μέχρις ἀποκηρύ- ξεως ἀπὸ μέρους τους τῶν νέων δογμάτων, διότι αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ ΙΑ’ αἰῶνος προσέθεσαν πλῆθος πλανῶν καὶ αἱρέσεων στὴν Πίστι, ὅπως καὶ ἀποδοχῆς τους πλήρως τῆς Ὀρθοδόξου διδασκα- λίας. Ὅμως οἱ Παπικοί, μέσῳ τῶν κειμένων τους, εἶναι φανερὸν ὅτι ἀντιλαμβάνονται τὸν πιθανὸ διάλογο μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς σχέδιο ἐνσωματώσεώς μας στὴν Ρώμη ἤ ὡς ἀποκατάστασι τῆς κοινωνίας μὲ κάποιον τρόπο, ποὺ νὰ ἀφήνη ἀμετάβλητη τὴν διδασκαλία τους περὶ τῆς θέσεως τοῦ Πάπα στὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Φιλάρετος ἀναφωνεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσχωρήση μία τέτοια προδοσία στὸ περιβάλλον μας! Ὑπέβα- λε δὲ παράκλησι στὸν Ἀθηναγόρα νὰ παύση τὸν σκανδαλισμὸ ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ἐπέλεξε τῆς οἰκουμενιστικῆς συμβιβαστικῆς ἑνώσεως μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, χωρὶς τὴν πλήρη ὁμοφροσύνη τους στὴν Ἀλήθεια.
Ἡ θαυμάσια αὐτὴ Ἐπιστολὴ ἔμεινε ἀναπάντητη, διότι ὁ πα- τριάρχης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ εἶχαν ἤδη ἐπιλέξει τὴν ἀνεπίστροφη κατακριτικὴ πορεία τους...
Ἀκολούθησε Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀμερικῆς Ἰάκωβο τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1969 28, καταγγέλουσα τὶς οἰκου- μενιστικὲς πράξεις καὶ ἰδέες του, τὶς σύμφωνες μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ἀθηναγόρου, οἱ ὁποῖες ἦταν καθαρῶς ἀντορθόδοξες καὶ ἀντι-


βαίνουσες πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες. ἱερὸς Φιλάρετος μὲ κα- θαρότητα καὶ σαφήνεια τονίζει, ὅτι δημόσια κοινὴ προσευχὴ ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἐκκλησία τῶν ἐκτὸς Αὐτῆς εὑρισκομένων, σὰν ἐκδήλωσι ἑνότητος πλέον στὴν Πίστι, καὶ ὄχι μέσον γιὰ εὕρεσι ἤ ἐπίτευξι αὐτῆς. Εἶναι φανερόν, ὅπως γράφει γιος Μητροπολίτης, ὅτι οἱ δηλώσεις τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν προϋπόθεσι καὶ γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς πράξεις τοῦ Ἰακώβου, κατατείνουν σὲ δῆθεν ἐπανάκτησι τῆς «ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας», πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύει τὴν πίστι τους στὴν αἱρετικὴ «θεωρία τῶν κλάδων», μὲ ἀποδοχὴ τῆς δῆθεν «διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας» καὶ τὴν θεώρησι τῶν ἱερῶν Δογμάτων ὡς δευτερευούσης ση- μασίας καὶ ὡς ἀδιαφόρων γιὰ νὰ ἀνήκη κανεὶς στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Ἡ διοργάνωσις Οἰκουμενιστικῶν συμπροσευχῶν σὲ αὐτὴ τὴν σαθρὴ καὶ αἱρετικὴ βάσι ἀποτελεῖ διαστρέβλωσι τοῦ περὶ Ἐκκλησίας Δόγματος. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ ἱερὸς Φιλάρε- τος συνεπέρανε: «ἑνώνεσθε (προσοχή, ὄχι θὰ ἑνωθῆτε, ἀλλὰ ἑνώνεσθε) μὲ τοὺς ἑτεροδόξους οὐχὶ ἐν ἀληθείᾳ, ἀλλ’ ἐν ἀδια- φορίᾳ πρὸς αὐτήν»!
Τὸν Ἰούλιο τοῦ αὐτοῦ ἔτους, 1969, ὁ γιος Μητροπολίτης Φι- λάρετος ἀπηύθυνε τὴν περίφημη «Πρώτη Ἐπιστολὴ Πόνου»29 πρὸς τοὺς προκαθημένους καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, μετὰ μάλιστα καὶ τὴν σύγκλη- σι τῆς Δ’ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὴν Οὐψάλα τῆς Σουηδίας τὸ προηγούμενο ἔτος
1968. Ὁ ἱερὸς Φιλάρετος γράφει ἀπὸ αἴσθησι εὐθύνης, γιὰ νὰ μὴ ἔχη τὸ κρῖμα τῆς προδοσίας τῆς Ἀληθείας διὰ τῆς σιωπῆς, καὶ γιὰ νὰ μὴ ἀκούση παρὰ Κυρίου ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, ὅτι εἶδε τὸν κίνδυνο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νὰ ἀπειλῆ τὴν Ἐκκλη- σία καὶ δὲν προειδοποίησε τοὺς Ἐπισκόπους Αὐτῆς. μελέτη τῶν ὅσων συνέβησαν στὴν Οὐψάλα ἦταν συνταρακτική, διότι ἡ πλάνη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔτυχε ἐπισήμου ἐγκρίσεως ἀπὸ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες. συμπερίληψις τῶν ὀρθοδόξων ὡς
«ὀργανικῶν μελῶν» τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» δὲν δικαιολογεῖ τὴν συμμετοχή τους γιὰ λόγους δῆθεν μαρτυρίας τῆς Ἀληθείας ἱεραποστολικοὺς μεταξὺ τῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν, ἀλλὰ τοὺς συνενώνει μὲ αὐτές, καὶ ὅλες πλέον οἱ ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ  Ὀργανισμοῦ  λαμβάνονται  ἐξ ὀνόματος ὅλων, ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων. Οἱ ὀρθόδοξοι συγχωνεύον­ ται πλέον σὲ μία μᾶζα μὲ τοὺς Διαμαρτυρομένους. χρῆσις


τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ στὰ κείμενα, ὅταν γίνεται λόγος περὶ Ἐκκλη-
σίας («ἡ Ἐκκλησία  διδάσκει...»  κλπ.), ἀναφορὰ κάποτε σὲ
«Παγκόσμια Ἐκκλησία» καὶ τὸ διάχυτο πνεῦμα στὴν ὁρολο-
γία καὶ στὰ κείμενα περὶ δῆθεν ὑφισταμένης ἐσωτερικῆς ἑνό-
τητος τῶν λεγομένων Ἐκκλησιῶν, παρὰ τὴν ἐξωτερική τους
διαίρεσι, φανερώνει τὸ κύριο ἔργο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ
εἶναι δῆθεν ἐσωτερικὴ ἑνότης νὰ ἐκδηλώνεται καὶ βιώνε-
ται καὶ ἐξωτερικά. Ὅμως, οἱ γιοι Πατέρες καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανό-
νες δὲν προέβαιναν σὲ ὀργανικὲς ἑνώσεις μὲ τοὺς αἱρετικούς,
ἀλλὰ τοὺς ἀναθεμάτιζαν! Ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἄμικτη μεῖξι, δὲν
ἁγιάζονται οἱ αἱρετικοί, ἀλλὰ ἀποξενώνονται οἱ κατ’ ὄνομα
ὀρθόδοξοι ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ὀρθόδοξη Ἑνότητα. Οἱ σημε-
ρινοὶ Διαμαρτυρόμενοι καὶ Παπικοὶ δὲν εἶναι ἐγγύτεροι στὴν
Ἐκκλησία ἀπ’ ὅτι ἦταν οἱ Ἀρειανοὶ οἱ Ἡμιαρειανοὶ τοῦ Δ
αἰῶνος, ἔστω καὶ ἄν σήμερα ὑπάρχουν ἄλλου εἴδους κοινωνικὲς
σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Οἱ Οἰκουμενιστικὲς σχέσεις
εἶναι ἀντίθετες στὴν φύσι τῆς Μιᾶς, γίας, Καθολικῆς καὶ
Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστοῦν ἔργο πνευματικοῦ
δηλητηριασμοῦ· γι’ αὐτὸ καὶ θεία μάχαιρα30  εἶναι ὑψωμέ-
νη γιὰ νὰ διαχωρίση τοὺς ἐμμένοντας πιστοὺς στὴν παρα-
δοθεῖσα Πίστι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθαν στὴν νέα πο-
ρεία τῆς Οἰκουμενιστικῆς ἑνότητος. Τέλος, ἱερὸς Φιλάρετος
ἀπηύθυνε ἔκκλησι καὶ ἱκεσία στοὺς ἐπισκόπους τῆς παγκοσμί-
ου ὀρθοδοξίας νὰ γερθοῦν σὲ προάσπισι τῆς καθαρότητος τῆς
Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1972, Μητροπολίτης
Φιλάρετος ἐπανῆλθε μὲ τὴν θαυμαστὴ «Δευτέρα Ἐπιστολὴ Πό-
νου»31  πρὸς τοὺς ἰδίους ἀποδέκτας. Εἰς αὐτήν, διαπιστώνει μὲ
ἀνείπωτη ὀδύνη ὅτι οἱ ἐπίσημες ἐκκλησίες ὥδευαν ἀμετανόητα
τὴν ὁδὸ τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια· παρὰ ταῦτα, γράφει
γιὰ νὰ διαφανῆ σὲ ποία ἄβυσσο ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως
ὑποπίπτουν οἱ συμμετέχοντες στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι, ἐφ’
ὅσον Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἀναμφισβήτητα ἐπικίνδυνη αἵρε-
σις, ὁποία κατατείνει στὴν ἐξαφάνισι τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλη-
σίας  ἐντὸς  τοῦ κατακλυσμοῦ  τῶν αἱρετικῶν  Κοινοτήτων.
εὐθύνη τῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων λογίζεται τεράστια, διότι
ἀρνοῦνται τὴν ἀληθινή, «παλαιὰ» κατ’ αὐτούς, Ἐκκλησία τῶν
γίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων, εἰσερχόμενοι σὲ κοινωνία μὲ
τὴν αἵρεσι. Ἡ ἀπαρχὴ ὅλων αὐτῶν ἀνευρίσκεται στὴν τάσι ἀπὸ
τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ’ αἰῶνος νεωτερισμοῦ καὶ ἐκσυγχρονισμοῦ, γιὰ


τὴν προσαρμογὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ παθῶν. Σὲ αὐτὴ τὴν βάσι, συνῆλθε καὶ τὸ λεγόμενο Πανορ- θόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1923 καὶ υἱοθέτησε τὸ δυτικὸ ἡμερολόγιο, ὅπως καὶ τὸ δυτικὸ πασχάλιο. ἀντι- κανονικὴ καὶ βεβιασμένη ἐκείνη μεταρρύθμισις ἐπέφερε διά- σπασι τῆς ἑνότητος τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σὲ διάφορες χῶρες καὶ εἰσήγαγε χάος καὶ ἀνωμα- λία. Αὐτὴ ἦταν ποὺ προετοίμασε τὸ ἔδαφος καὶ ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια γιὰ μία ἀναθεώρησι τῆς συνόλου τάξεως καὶ ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁποία εἶχε εὐλογηθῆ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι καὶ εἶχε σφραγισθῆ ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ἔτσι, ἔφθασαν οἱ νεω- τεριστὲς-ἀναθεωρητὲς νὰ ὁμιλοῦν γιὰ σχεδὸν «πλήρη κοινωνία» μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Παρὰ τὴν δῆθεν Ἄρσι τῶν ναθεμάτων, οἱ Παπικοὶ ἦταν καὶ εἶναι αἱρετικοί, ἄν καὶ ὑπῆρξε διάφορος τρόπος εἰσδοχῆς τους στὴν Ἐκκλησία κατὰ τόπους καὶ κατὰ ἐπο- χές. Οἱ Οἰκουμενισταὶ προχωροῦν καὶ Διαθρησκειακῶς πλέον, μὲ χιλιαστικὲς ἰδέες οἰκοδομήσεως ἑνὸς δῆθεν νέου κόσμου εἰρή- νης καὶ εὐημερίας, δὲ ἀνεγειρομένη ἐκκλησία τους εἶναι
«χλιαρὰ» τῆς Λαοδικείας, περὶ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος ἐκφράζει τὴν ἀποστροφή του στὴν ἱερὰ Ἀποκάλυψι32.
Τ 1975, Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀναγκάσθηκε νὰ γρά- ψη ἕτερο κείμενο, σχετικὰ μὲ τὴν λεγομένη «Ὁμολογία Θυα- τείρων»33, ἡ ὁποία εἶχε ἐκδοθῆ τότε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θυα- τείρων καὶ Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρα (Κοκκινάκη), μὲ ἔγκρισι τῆς συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλως, ἐπὶ πατριάρχου Δημητρίου, γιὰ νὰ καταδείξη ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ ἐπί- σημη Ὁμολογία εἶναι ἕνα κείμενο ἐντελῶς αἱρετικοῦ πνεύ- ματος, ποὺ προτρέπει σὲ συμπροσευχὴ καὶ μυστηριακὴ δι- ακοινωνία μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς, τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζει πλήρως καὶ ἐντάσσει στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ ὁρίζη ὅρια εἰς αὐτήν!
Διὰ μέσου τῶν κειμένων τούτων, ἡ θέσις τοῦ γίου Μητροπο- λίτου Φιλαρέτου εἶναι σαφής: Ἀληθὴς/Γνησία Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀναχρονιστική, ὅπως οἱ Οἰκουμενισταὶ διατείνονται, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ Αὐτήν, ἀποτε- λοῦντες μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἑταίρους τους μία «νέα» ἐκκλησία, ἐξωτερικὴ καὶ τυπικὴ μόνον ὁμοιότητα διατηροῦσα μὲ τὴν ὄντως Ὀρθόδοξη.


     Ἀλλά, οἱ παρακλήσεις καὶ ἱκεσίες αὐτὲς τοῦ γίου Μητροπο- λίτου ἦσαν πράγματι φωνὲς βοῶσες ἐν ἐρήμῳ ἀδιαφορίας ἤ οἰκουμενιστικῆς μειοδοσίας (ἤ καλύτερα πλειοδοσίας!)...
     Οὐδεὶς ἐκ τῶν παραληπτῶν  προκαθημένων  ἀπήντησε στὰ λαμπρὰ αὐτὰ κείμενα, ἐκτὸς ὀλίγων μεμονωμένων περιπτώσε- ων ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνθηκαν στὶς Συνόδους τους γιὰ σοβαρὴ ἐξέτασι τοῦ θέματος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ δοθῆ κάποια συνέχεια...
Ἡ Ὁμολογία τοῦ γίου Μητροπολίτου εἶχε καὶ τὴν καταλη- κτήριο συνέχεια της: Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1983, στὸ Μόντρεαλ τοῦ Καναδᾶ, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος καὶ ἡ Σύνοδός του κατήγ- γειλαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴν Οἰκουμενιστικὴ Ἀποστασία, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ διάστημα μὲ τὴν ΣΤ’ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὸ Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ, πέρασε ἀνοικτὰ ἀπὸ τὸν Διαχριστιανικὸ στὸν Δια- θρησκειακὸ Οἰκουμενισμό, θεωρήσαντες αὐτὴν (τὴν Ἀπο- στασία) ὡς προδρομικὸ στοιχεῖο ἐλεύσεως τοῦ ντιχρίστου. Ἐν τέλει δέ, ἡ Σύνοδος τῆς Διασπορᾶς ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Φι- λάρετο ἐξέδωσε τὸ γνωστὸ νάθεμα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν μορφή του τῆς θεωρίας τῶν Κλάδων, τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας καὶ τῆς μὴ διαφοροποιήσεως τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν, ὡς καὶ (κατὰ) τῶν κοινωνούντων ἐν γνώσει μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν μὲ τὴν πρόφασι τῆς δῆθεν ἀδελφικῆς ἀγάπης34.
     Κατανοεῖται σαφῶς, ὅτι τὸ ἔσχατο αὐτὸ μέτρο δὲν ἦλθε ὡς κε- ραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ· ἐπὶ 20ετίαν ὅλην ἐξαντλήθηκε κάθε προσπά- θεια καταδείξεως μὲ τρόπο ἐμβριθῆ, σοβαρό, πνευματικὸ καὶ τεκ- μηριωμένο, ὁ ὄλεθρος τῆς Οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως. Κατόπιν πάντων τούτων καὶ ἐν ὄψει τῆς ἔτι μεγαλυτέρας καὶ πεισμόνου ἐμμονῆς καὶ ἀμετανοήτου ἐκπτώσεως τῶν γεσιῶν τῶν ἐπισή- μων λεγομένων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν εἰς αὐτήν, ἐλήφθη καὶ τὸ τελικὸ μέτρο τοῦ ἀναθεματισμοῦ, γιὰ τὴν προφύλαξι τοῦ Ποι- μνίου τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης καὶ τὴν τοποθέτησι ἁπάντων τῶν ὅπου γῆς ὀρθοδόξων ἐνώπιον τῆς τεραστίας εὐθύνης των, ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτοῦσε τὸ πνευματικὸ μέλλον τους, ἀλλὰ θὰ ὑπο- στηρίζαμε καὶ τὴν αἰώνιο συγκατάλεξί τους μὲ τοὺς ἐντὸς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πρωτοτόκων, πλησίον ἤ μακρὰν τῶν γίων, μὲ τὸν Χριστὸ ἤ μὲ τὸν ἀντίδικο!...
     Νομίζουμε, ὅτι πρέπει νὰ γίνη ἀντιληπτό, κατόπιν πάντων τούτων, ὅτι εἶναι ζήτημα κυριολεκτικὰ ζωῆς καὶ θανάτου ἡ πάσῃ θυσίᾳ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Λατινό-


φρονες καὶ Συγκρητιστὲς Οἰκουμενιστές, ὅποιοι καὶ ἄν εἶναι αὐτοὶ καὶ ὅποια θέσι καὶ ἄν κατέχουν, ὅπως καὶ ἡ ἔνταξις στὸ Ὁμολογητικὸν Σῶμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, πρὸς ἐλπίδα σωτηρίας καὶ ἀποφυγὴν τῆς αἰωνίου κατακρίσεως καὶ ἀπω- λείας!...

4. Ἡ μαρτυρημένη γιότης τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου καὶ ἡ ἱερὰ Παρακαταθήκη του Πίστεως καὶ Ζωῆς

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Φιλάρετος ἔζησε ζωὴ Ἰσάγγελο καὶ ἐκοι- μήθη τῶν Ταξιαρχῶν -μὲ τὸ Πάτριο Ἡμερολόγιο- τοῦ 1985, σὲ ἡλικία 82 ἐτῶν.
Δεκατρία ἔτη ἀργότερα, τὸ 1998, τάφος του ἀνοίχθηκε γιὰ νὰ τοποθετηθῆ σὲ ἕτερο μαρμάρινο μνῆμα καὶ τὸ ἱερὸ Λείψανό του εὑρέθη Ἄφθαρτο, ἀποπνέον τὴν εὐωδίαν τοῦ Οὐρανοῦ, ὡς ἀδιαμφισβήτητο δεῖγμα θείου Ἐλέους καὶ Εὐαρεσκείας, πρω- τίστως γιὰ τὴν θαρραλέα Ὁμολογία του, καὶ βεβαίως γιὰ τὴν θε- άρεστη βιοτή του.
Παρὰ τὴν ἔκπτωσι τῶν διαδόχων του τὸ 2007, ὅταν εἰσῆλθαν σὲ κοινωνία μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ δι’ αὐτοῦ μὲ τὴν ἐκπε- σοῦσα παγκόσμιο ὀρθοδοξία, οἱ συνεχισταὶ τῆς Παρακαταθήκης του Ἀδελφοὶ Ρῶσοι, ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη γαθάγγελο, διεκή- ρυξαν ἐπισήμως τὴν γιότητά του τὸν Νοέμβριο τοῦ 2008 στὴν Νέα όρκη τῶν Η.Π.Α., γεγονὸς στὸ ὁποῖο εἴχαμε τὴν μεγάλη εὐλογία νὰ συμμετάσχουμε προσωπικά, ὁμοῦ μετὰ τοῦ Θεοφιλ. Μεθώνης Ἀμβροσίου, ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ὑπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸ ( 2013) Ἀρχιερέων μας.
Θαύματα ἔχουν καταγραφῆ καὶ ὅταν ζοῦσε γιος Μητροπο-
λίτης Φιλάρετος καὶ μετὰ τὴν Κοίμησί του μέχρι σήμερα.
Ὅμως, τὸ μεγαλύτερο Θαῦμα εἶναι ­πιστεύουμε­ ἀταλάν­
τευτη Ὁμολογία του, τὴν Ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησε καὶ ἀνα-
μένει νὰ τὴν διαφυλάξουμε πάσῃ θυσίᾳ, παρὰ τὴν ἀναξιότητα
καὶ ἀδυναμία μας.
Τ τελευταῖο κείμενό του, πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς του,
εἶχε τὸν τίτλο ἑνὸς στίχου ἀπὸ τὴν ἱερὰ Ἀποκάλυψι: «Κράτει
ἔχεις!»35, ποὺ εἶναι προτροπὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν γγελον
τῆς ἐν Φιλαδελφεία Ἐκκλησίας. Μητροπολίτης Φιλάρετος
ἦταν ἐνσάρκωσις αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῆς διαφυλάξεως
τῶν παραδεδομένων μὲ πιστότητα καὶ σταθερότητα, καὶ τῆς


ἀντικρούσεως τοῦ πνεύματος τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνσαρκώνουν τὴν χλιαρότητα, τὴν ἀνεπίτρεπτη συγκρητιστικὴ ἀνάμειξι, γιὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτιμᾶται γγελος τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἐκκλησίας36, μὲ τὴν ἀπειλὴ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἐμέσῃ, διότι ὤφει- λε νὰ εἶναι θερμὸς ψυχρὸς καὶ ὄχι χλιαρός. Οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ ἕνα ἀηδιαστικὸ κρᾶμα χλιαρότητος, ποὺ συνιστᾶ τὸ πνεῦμα τῆς «Ἀποστασίας»37, τὸ ὁποῖο στοχεύει νὰ πλανήση ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς38! Πάντοτε δὲ παραμένει ἀνοικτὴ ἡ δυνατότητα Μετανοίας, γιὰ ὅσους ἐνεπλάκησαν ἤ ὅσους ἀκο- λουθοῦν τὴν λανθασμένη ὁδὸ ἀπὸ ἀπερισκεψία δειλία, σύμ- φωνα μὲ τὴν σωτήρια προτροπὴ τοῦ Κυρίου: «Ζήλευε οὖν (δεῖξε ζῆλο λοιπὸν) καὶ μετανόησον»39!
Μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἀνήκουμε στὸ μικρὸν Ποίμνιον, τὸ ὁποῖο διακρατεῖ τὴν ἁγία Πίστι Ἀκαινοτόμητη, ὅπως τὴν παρέλαβε καὶ μέσῳ τοῦ συγχρόνου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας γίου Ἱεράρ- χου Φιλαρέτου τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, ὡς φρόνημα καὶ ὡς τάξι. Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι καὶ ἡ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχουμε πιστοποιημένη καὶ βεβαιωμένη ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ γιο καὶ τὴν Σύνοδό του.
Βιοῦντες τὸ Θαῦμα τῆς Ἑνώσεώς μας στὴν Γνήσια Ὀρθόδο- ξη Ἐκκλησία ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, κοινωνοῦντες μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους καὶ ἄλλων ἐθνῶν, στὴν προοπτικὴ ἔτι εὐρυτέρας διακηρύξεως τῆς Ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Πί- στεώς μας καὶ τῆς ἀπὸ κοινοῦ καταδίκης τῆς οἰκουμενιστικῆς κακοδοξίας40, βάσει καὶ τοῦ ναθέματος τοῦ 1983, ἐπαφιέμεθα στὴν Προστασία  τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ τὶς Εὐχὲς πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος γίων, καὶ μάλιστα τοῦ καυχήματος τῆς συγ- χρόνου Ὀρθοδοξίας γίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου, γιὰ νὰ κρατήσουμε ἑνωμένοι ἄχρι θανάτου τὸν πολύτιμο Θησαυρὸ τῆς Πίστεως ἀσύλητο, μαρτυροῦντες Αὐτὸν μὲ τὴν συνεπῆ πρὸς τὴν Ὁμολογία ζωή μας, καὶ ἐπιτρέποντες νὰ φανῆ καὶ νὰ λάμψη
«Φῶς Χριστοῦ» «πᾶσι», σὲ ὅλους, πρὸς δόξαν τῆς ἁγίας Αὐτοῦ
Ἐκκλησίας, Ἀμήν!

Εὐχαριστῶ!


Παραπομπὲς

1. Βασιλείου Σταυρίδου-Εὐαγγελίας Βαρέλλα, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινή- σεως, ἔκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, νάλεκτα Βλατά- δων 47, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 334, 335.
2. Ἰωάννου Καρμίρη, Τ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα, τ. Β’, Graz Austria
1968, σελ. 984 [1082]-985 [1083].
3. Δ.Μ. Μπατιστάτου (ἐκδ.), Πρακτικὰ καὶ ποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπό-
λει Πανορθοδόξου Συνεδρίου/10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982, σελ. 57 καὶ
72. Βλ. καὶ Βασιλικῆς Σταθοκώστα, Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Οἰκουμένη (Μελέ-
τες-ρθρα), ἐκδ. Παρρησία, Ἀθήνα 2011, σελ. 44.
4. PG τ. 44, στλ. 1249D: «Εἰς τοὺς Μακαρισμούς», Λόγος Ε’.
5. PG τ. 102, στλ. 724D: Ἐπιστολὴ ΙΓ’, § ε’.
6. Morris West, “Toronto Statement”, στὸ Dictionary of the Ecumenical Movement,
WCC Publications, Geneva 1991, p. 1008, 1009, καὶ T.K. Thomas, WCC, Basis of”,
αὐτόθι, p. 1096.
7. Βασιλείου Σταυρίδου-Εὐαγγελίας Βαρέλλα, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 367, 368 («Δ’
Πανορθόδοξος Διάσκεψις»/Σαμπεζὺ 1968).
8. Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, τ. Α’, ἐκδ. «Ὀρθο-
δόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1969, σελ. 339-358.
9. Richard P. Mcbrien, “Roman Catholic Church”, στὸ Dictionary..., p. 860, καὶ Tom
Stransky, “Common Witness”, αὐτόθι, p. 198.
10. Βλ. Γιάννης Σπιτέρης, Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἄλλες Χριστιανικὲς
Ἐκκλησίες, στὸ Καθολικισμός, ἐπιμ. Θεόδωρος Κοντίδης, ἐκδ. Ἑλληνικὰ
Γράμματα, Ἀθήνα 2000, σελ. 245-247, 251.
11. Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 147.
12. Αὐτόθι, σελ. 357.
13. Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Κυπριανοῦ καὶ Ἱερομονάχου Κλήμεντος γιοκυπρια-
νιτῶν, Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ Ὀρθόδοξος ντι-οικουμενισμὸς κρίσιμος
ἀντιπαράθεσις ἑνὸς αἰῶνος, Σειρὰ Β’: Συμβολὴ στὴν ντι-οικουμενιστικὴ Θεο-
λογία – 7, Ἀθήνα 2001, σελ. 51 (ὅπου τεκμηρίωσις καὶ βιβλιογραφία).
14. Βλ. πρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «Οἱ Διάλογοι χωρὶς Προσωπεῖον...», στὸ πε-
ριοδ. «Παρακαταθήκη» Θεσσαλονίκης, ἀριθ. 25/Ἰούλιος-Αὔγουστος 2002.
15. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ὀρθόδοξος καὶ Βατικάνειος Συμφωνία περὶ Οὐνίας,
§§ 29-30, Διάλεξις τῆς 12.4.1994 (ἀνακτήθηκε ἀπὸ τὸν Δικτυακὸ Τόπο romanity.
org).
16. Βλ. Ἀρχιεπ. Σιναίου Δαμιανοῦ, «Ὁ Διάλογος μὲ τοὺς Παπικούς», ἐφημ.
«Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 412/6.6.1980, σελ. 2. Βλ. καὶ Ἀθανασίου Κ. Σακα-
ρέλλου, γινε ἡ Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀθήνα 2007, σελ. 37.
17. Βλ. Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου-Ἀρχιμ. Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη-Π.
Πέτρου Ντυπρέ-Π. Χριστοφόρου Ντυμόν, Τόμος γάπης/Vatican-Phanar (1958-
1970), Rome-Istanbul 1971, σελ. 375.
18. Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 768/30 Νοεμβρίου 2014, σελ. 13.


19. Δήλωσις τοῦ μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα στὸ περιοδ. SOP, 318/2007.
20. Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 769/31 Δεκεμβρίου 2014, σελ. 13.
21. Βλ. ΛΔ’ Ἱερὸν Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου.
22. PG τ. 25, στλ. 689ΑΒ: «Ἐπιστολὴ πρὸς Σεραπίωνα τὸν Ἀδελφόν».
23. Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 768/30 Νοεμβρίου 2014, σελ. 13.
24. Ματθ. ε’ 15.
25. Βλ. βιογραφικὰ  περὶ  τοῦ γίου  Μητροπολίτου  Φιλαρέτου  ἀπὸ διάφο-
ρες πηγές, ὅπως καὶ χαρακτηριστικὰ κείμενά του, ὡς καὶ συλλογὴ δημοσι-
ευμάτων περὶ Αὐτοῦ, στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα, στὸ ἀφιερωματικὸ Ἱστολόγιο:
blessedphilaret.blogspot.gr  .  Ἐπίσης,  ἀφιέρωμα  στὴν  ἀγγλικὴ  γλῶσσα,  μὲ
πλούσιο ὑλικό, βλ. καὶ στὴν Ἱστοσελίδα τῆς Ἐπαρχίας νατολικῆς Ἀμερικῆς
τῆς ΡΟΕΔ (Π.Μ.): eadiocese.org/History/mp.en.htm .
26. Βλ. συλλογὴ τῶν ντι-οικουμενιστικῶν κειμένων τοῦ γίου Μητροπολί-
του Φιλαρέτου στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα στὸ ἐξαντληθὲν πλέον βιβλίο: Ὀρθό-
δοξος Μαρτυρία, ἐκδ. ὑπὸ Καλλινίκου Ἱερομονάχου γιορείτου, γιον Ὄρος-
Ἀθῆναι 1985, σσ. 84. Τ κείμενα αὐτά, μὲ σύντομο Βιογραφικό, ἀναρτῶνται
στὴν Ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς: Ἀφιερώματα
γιὰ τὸ ἔτος 2005>Ὁ γιώτατος Μητροπολίτης Φιλάρετος, Πρωθιεράρχης τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς (www.hsir.org/Theology_el/
SpecialSeries2005.html). Θὰ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε, ὅτι κύριος θεολογικὸς
σύμβουλος τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου στὴν σύνταξι τῶν Ὁμολογιακῶν
κειμένων του ἦταν ἀπὸ δεκαετίες Γραμματεὺς καὶ εἰδήμων Κανονολόγος τῆς
Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς Πρωτ. π. Γεώργιος Γκράμπε, μετέπει-
τα -μετὰ τὴν χηρεία του- Ἐπίσκοπος Οὐασιγκτῶνος καὶ Φλώριδος Γρηγόριος.
27. Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 63/Μάϊος 1966, σελ. 4. Στὸ κείμενο
αὐτό, ὅπως καὶ στὰ λοιπά, γίνεται μνεία καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάστα-
σι ἐντὸς τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μὲ καταγγελία τῶν ἀναληθειῶν τοῦ
Πατριαρχείου Μόσχας καὶ ἀνάδειξι τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν
Κατακομβιτῶν, στὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἀναφερόμεθα ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς
Εἰσηγήσεώς μας, ὡς μὴ ἄμεσα συμβατὴ πρὸς τὸ κύριο θέμα μας. Σημειωτέον,
ὅτι ὡς προέκτασι τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου δυνάμεθα νὰ θεωρήσουμε καὶ ἕτερο
Ὁμολογιακὸ Κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, μὲ ἡμερομηνία 21.5.1968,
τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» σὲ μετάφρασι ἐκ τῆς ρωσικῆς:
«πάντησις τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου εἰς τὸ Πασχάλιον Μήνυμα τοῦ Ἀθη-
ναγόρου» (ἀρ.φ. 89/Ἰούλιος 1968, σελ. 4).
28. Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 110/1.11.1969, σελ. 3, καὶ περιοδ. «Ἡ
Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», 15.11.1969.
29. Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 113/1.1.1970, σελ. 1 καὶ 3.
30. Πρβλ. Ματθ. ι’ 34.
31. Βλ. Ὀρθόδοξος Μαρτυρία, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 40-61.
32. Βλ. Ἀποκαλ. γ’ 14-19.
33. Βλ. Ὀρθόδοξος Μαρτυρία, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 62-68.
34. Βλ. περιοδ. «γιορείτης», ἀρ.φ. 19/Ἰανουάριος 1984, σελ. 1-6.


35. Ἀποκαλ. γ’ 11.
36. Βλ. Ἀποκαλ. γ’ 16.
37. Βλ. Β’ Θεσ. β’ 3.
38. Πρβλ. Ματθ. κδ’ 24.
39. Ἀποκαλ. γ’ 19.
40. Βλ. Κοινὸ Ἐκκλησιολογικὸ Κείμενο ἀπὸ Μαρτίου 2014: «Ἡ Γνησία Ὀρθό-
δοξος Ἐκκλησία Ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ
καὶ Κανονικά» καὶ μάλιστα τὸ Κεφ. Ζ’: «Πρὸς σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς
Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (περιοδ. «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.φ. 979/

Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2014, σελ. 9-17).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου